Picture for category Τι σημαίνει για τις Ελληνικές αγορές η πολυσυζητημένη ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας;

Τι σημαίνει για τις Ελληνικές αγορές η πολυσυζητημένη ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας;

Σύνταξη κειμένου: Γιώργος Σισιλιάνος - Θοδωρής Λιζάρδος (3K Investment Partners)

 

Προκειμένου να απαντήσουμε στο συγκεκριμένο ερώτημα, οφείλουμε να ξεκινήσουμε με ένα σύντομο ορισμό.

 

 Η επενδυτική βαθμίδα (investment grade), δηλαδή η βαθμολόγηση ΒΒΒ και άνω του αξιόχρεου  από διεθνείς οίκους αξιολόγησης (π.χ. S&P, Fitch, Moody’s) αντικατοπτρίζει το όριο πιστοληπτικής αξιολόγησης ενός κράτους ή μιας επιχείρησης, πάνω από το οποίο ο κίνδυνος χρεοκοπίας θεωρείται σχετικά χαμηλός. Συνεπώς, οι βαθμολογίες πάνω από αυτό το επίπεδο καθιστούν το αντίστοιχο κράτος ένα αρκετά φερέγγυο προορισμό για τους επενδυτές. Αντίθετα, βαθμολογίες κάτω από το εν λόγω όριο υποδηλώνουν μια σχετικά χαμηλή πιστοληπτική αξιολόγηση.. Ωστόσο, υπάρχουν περισσότερες διαβαθμίσεις (π.χ. ΑΑΑ, ΑΑ, Α κλπ.)  τόσο στο πλαίσιο της επενδυτικής βαθμίδας, όσο και στο εύρος κάτω από αυτή (π.χ. ΒΒ, Β, CCC κλπ.).

 Άλλωστε, η ταξινόμηση των κρατών στις διάφορες βαθμίδες πιστοληπτικής αξιολόγησης εξαρτάται από αρκετές παραμέτρους και μεταβλητές. Εκτός από τις αμιγώς οικονομικές παραμέτρους, όπως τα επίπεδα του χρέους, η νομισματική σταθερότητα, το ύψος του ΑΕΠ κλπ., λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες όπως η πολιτική ευστάθεια, η ισχύς των θεσμών της κάθε χώρας, καθώς και γεωπολιτικές συγκυρίες.

 Συνεπώς, η επιστροφή της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα, είναι ένα διαβατήριο που και τυπικά θέτει τη χώρα στην ομάδα των κρατών που θεωρούνται (και είναι τις περισσότερες φορές) ασφαλείς προορισμοί για την διενέργεια επενδύσεων, στην πραγματική και στη χρηματική οικονομία.  Με άλλα λόγια, αποτελεί μία συνθήκη που βελτιώνει το επενδυτικό προφίλ της χώρας και βοηθά στην προσέλκυση περισσότερων επενδύσεων στην Ελλάδα, χωρίς όμως να είναι ο μοναδικός, ούτε καν ο κύριος, προσδιοριστικός παράγοντας.

 Πάντως, τα οφέλη που ήδη αποκομίζει και θα αποκομίζει η χώρα είναι μεγάλης σημασίας. Για παράδειγμα, ούσα η Ελλάδα εντός της επενδυτικής βαθμίδας το ρίσκο που συνοδεύει τη χώρα μειώνεται, γεγονός που σημαίνει ότι τα κεφάλαια που βολιδοσκοπούν να επενδύσουν στη χώρας μας ζητούν μία χαμηλότερη απόδοση από άλλους προορισμούς, που ενέχουν υψηλότερους κινδύνους. Αυτή η ευεργετική συνθήκη ήδη αντικατοπτρίζεται  στα επιτόκια δανεισμού του ελληνικού κράτους (που είναι σαφώς χαμηλότερα από χώρες που βρίσκονται εκτός επενδυτικής βαθμίδας), δηλαδή μειώνει το κόστος χρηματοδότησης και τις δαπάνες εξυπηρέτησης του υφιστάμενου χρέους. Παράλληλα, μειώνει το γενικό ρίσκο των ελληνικών επιχειρήσεων, πράγμα που με τη σειρά του τους προσφέρει μεγαλύτερες δυνατότητες χρηματοδότησης και με μικρότερο επιτόκιο δανεισμού, άρα βοηθά και στη διενέργεια επενδύσεων για νέες παραγωγικές δραστηριότητες, που είναι η κινητήριος δύναμη για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, τη αύξηση της απασχόλησης και των αμοιβών στη χώρα.

 Παράλληλα,  η επάνοδος στην επενδυτική βαθμίδα καθιστά τα ελληνικά χρηματοπιστωτικά μέσα επιλέξιμα από πολύ μεγαλύτερες δεξαμενές κεφαλαίων, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, οι οποίες θα  έχουν τη δυνατότητα να διαθέσουν κεφάλαια σε ελληνικά ομόλογα, μετοχές, έντοκα γραμμάτια κλπ., καθώς η χώρα θα έχει το διαβατήριο της επενδυτικής βαθμίδας, που προ-απαιτείται για να επενδύσουν.

 Επιπλέον, ο τίτλος της επενδυτικής βαθμίδας αναμένεται να προετοιμάσει τη μετάβαση της Ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς, από τις αναδυόμενες στις ανεπτυγμένες αγορές. Χαρακτηριστικά, αξίζει να αναφερθεί ότι στις αναδυόμενες αγορές το υπό διαχείριση ενεργητικό είναι μόλις 6,3 τρισεκατομμύρια δολάρια, έναντι 52 τρισεκατομμυρίων δολαρίων στις ανεπτυγμένες αγορές. Νούμερο ενδεικτικό για τις εξαιρετικά θετικές προοπτικές  που ενσωματώνει μακροπρόθεσμα η μετάβαση της χώρας μας στην επενδυτική βαθμίδα.

 Παρόλα αυτά, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τη βραχυπρόθεσμη επίδραση της ανάκτησης της επενδυτικές βαθμίδας στην ελληνική κεφαλαιαγορά. Πέρα από τη δεδομένη προσέλκυση νέων θεσμικών επενδυτών, είναι πιθανό να παρατηρηθούν και ρευστοποιήσεις από επενδυτές που δεν έχουν μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα, όπως είναι τα hedge funds. Τέτοιου είδους επενδυτές έχουν ήδη χτίσει θέσεις στο ελληνικό χρέος, αναμένοντας την επικείμενη αναβάθμιση προκειμένου να ρευστοποιήσουν την επένδυσή τους.

 Ανεξάρτητα όμως από την όποια βραχυπρόθεσμη κίνηση αμέσως μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, είναι βέβαιο πως σε βάθος χρόνου πρόκειται για μια εξαιρετικά θετική εξέλιξη, τόσο για τα χρηματιστηριακά προϊόντα της Ελλάδας, αλλά κυρίως για την πραγματική οικονομία. Από τη μια, η πληθώρα θεσμικών επενδυτών που δεν έχει τη δυνατότητα να επενδύσει σήμερα στη χώρα θα αποκτήσει πρόσβαση σε αυτή την αγορά. Aπό την άλλη, τόσο τα νοικοκυριά, όσο και οι επιχειρήσεις θα επωφεληθούν από το μειωμένο κόστος δανεισμού του κράτους, των επιχειρήσεων, των ελληνικών τραπεζών, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο τη διενέργεια επενδύσεων και τελικά την πραγματική οικονομία.

 Η επανάκτηση, μετά από πολλά χρόνια , της επενδυτικής βαθμίδας είναι ένα επιστέγασμα της βελτίωσης της εικόνας της χώρας ως προς τη σταθερότητά της, μετά την περιπέτεια της χρεοκοπίας και των όσων ακολούθησαν μετά από αυτή τα προηγούμενα 14 χρόνια.

Ωστόσο, δεν είναι πανάκεια, ούτε επαρκεί από μόνη της για να βελτιωθούν οι οικονομικές συνθήκες στην Ελλάδα. Το σταθερό οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον, η διαμόρφωση ευνοϊκών για τις επενδύσεις συνθηκών και μια σειρά από άλλους παράγοντες είναι περισσότερο σημαντικοί για την ευμάρεια της χώρας και των πολιτών της.

 

Διαβάστε εδώ το πλήρες άρθρο.